Στα ευρωπαϊκά προκριματικά ο Παναθηναϊκός έμοιαζε αρκετές φορές με κάποιον που μετακομίζει ενώ το σπίτι βάφεται ακόμη. Οι κούτες ήταν παντού, μερικά έπιπλα δεν είχαν έρθει, άλλα δεν ήξερες αν τελικά χωρούσαν και ο ιδιοκτήτης προσπαθούσε να σε πείσει ότι, μόλις τελειώσουν οι εργασίες, το αποτέλεσμα θα είναι εξαιρετικό. Μπορεί και να είναι. Προς το παρόν, όμως, πρέπει να προσέχεις πού πατάς.
Ο Παναθηναϊκός πέρασε 3 γύρους κι αυτό, ειδικά για έναν σύλλογο που έχει πληρώσει ακριβά κάθε ευρωπαϊκή του αποτυχία, δεν είναι υποσημείωση. Πήρε το ζητούμενο. Το έκανε, όμως, χωρίς να ελέγξει πραγματικά καμία από τις 3 ρεβάνς, δηλαδή 2-2 με την Πάκσι στο ΟΑΚΑ, παράταση στη Σόφια με την ΤΣΣΚΑ 1948, παράταση κι απέναντι στη Χράντετς Κράλοβε, με την πρόκριση να έρχεται στο 125’. 6 παιχνίδια που πρόσφεραν ανακούφιση, αγωνία και μερικές ενδείξεις για το αύριο, όχι όμως τη βεβαιότητα ότι η ομάδα έχει ήδη καταλάβει τι θέλει να γίνει.

Το παράξενο ήταν ότι σ’ αυτά τα ματς μπορούσες να δεις σχεδόν ταυτόχρονα το σχέδιο και την αδυναμία εφαρμογής του. Υπήρχαν διαστήματα πίεσης, ταχύτητας κι επιθετικής διάθεσης, αλλά ακολουθούσαν λεπτά όπου οι γραμμές άνοιγαν, η ένταση έπεφτε και η μπάλα βάραινε στα πόδια. Σαν μια μπάντα που γνωρίζει το καινούριο κομμάτι, έχει παίξει σωστά όλες τις νότες στην πρόβα, αλλά ακόμη δεν μπορεί να τις παίξει μαζί χωρίς να κοιτάζει τον μαέστρο.
Κι όμως, εκεί ακριβώς όπου κανονικά αρχίζει η δύσκολη συζήτηση για τον χρόνο, τις αποστάσεις και τους αυτοματισμούς, στο ποδόσφαιρο εμφανίζεται συνήθως η εύκολη απάντηση. Ένα όνομα. Ένας παίκτης. Ένας μεσσίας.
Το ποδόσφαιρο του Νίστρουπ θέλει χρόνο
Ο Τζέικομπ Νίστρουπ δεν ήρθε για να προσθέσει απλώς δύο καινούριες ασκήσεις στην προπόνηση. Θέλει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και κινείται η ομάδα. Θέλει πίεση ψηλά, κατοχή που δεν γίνεται για να γεμίζουν οι αριθμοί, γρήγορες πάσες, μικρές αποστάσεις, ένταση και άμεση αντίδραση όταν χάνεται η μπάλα. Θέλει ο Παναθηναϊκός να προκαλεί τα λάθη του αντιπάλου και όχι να περιμένει υπομονετικά μήπως του χαριστούν.
Στον γράφοντα δεν αρέσει, αν κι ακούγεται ωραίο. Το δύσκολο ξεκινά όταν 11 ποδοσφαιριστές πρέπει να πιέσουν την ίδια στιγμή, να ξέρουν πότε θα ανέβουν, ποιος θα καλύψει και πού θα πάει η επόμενη πάσα πριν καν φτάσει η προηγούμενη. Αυτό δεν εγκαθίσταται σαν ενημέρωση στο κινητό. Χτίζεται με επαναλήψεις, λάθη, φυσική κατάσταση, κοινές εμπειρίες και αρκετές άβολες βραδιές.
Ο ίδιος ο Νίστρουπ παραδέχθηκε πριν από τα ευρωπαϊκά παιχνίδια ότι θα είχε 6 ή 7 νέους παίκτες σε σχέση με την προηγούμενη σεζόν. Στην πραγματικότητα, η ανακατασκευή υπήρξε ακόμη μεγαλύτερη. Ο Παναθηναϊκός έκανε έντεκα καλοκαιρινές προσθήκες έπειτα από εννέα τον Ιανουάριο. Δεν άλλαξε απλώς πρόσωπα, άλλαξε σχεδόν ολόκληρη τη γλώσσα των αποδυτηρίων.
Χρειάζεται, λοιπόν, υπομονή. Όχι η υπομονή που ζητούν συνήθως οι διοικήσεις όταν θέλουν να μεταθέσουν τις ευθύνες τους στον χρόνο. Ούτε λευκή επιταγή. Υπομονή σημαίνει να μην απαιτούμε από μια καινούρια ομάδα να συμπεριφέρεται σαν να παίζει χρόνια μαζί. Και απαίτηση σημαίνει να βλέπουμε κάθε μήνα κάτι περισσότερο από τον προηγούμενο, όπως καλύτερες αποστάσεις, πιο καθαρές αποφάσεις, λιγότερο φόβο. Τα δύο μπορούν να συνυπάρξουν.
Ο Ουναΐ είναι λύση κι ομολογία
Ο Αζεντίν Ουναΐ είναι πολύ καλός ποδοσφαιριστής. Δεν χρειάζεται να τον μικρύνουμε για να ασκήσουμε κριτική σε εκείνους που τον απέκτησαν. Γνωρίζει την ομάδα, μπορεί να κουβαλήσει την μπάλα, να παίξει κάθετα, να ξεφύγει από την πρώτη πίεση και να δώσει στον άξονα κάτι που έλειψε εκκωφαντικά στα προκριματικά, ποδοσφαιρική σκέψη πριν από την υποδοχή.

Η μεταγραφή του, όμως, αποτελεί ταυτόχρονα λύση και ομολογία. Όταν ένας παίκτης τέτοιου κόστους κλείνει την τελευταία ημέρα, δεν αποδεικνύεται μόνο η οικονομική υπέρβαση. Αποκαλύπτεται και το μέγεθος της τρύπας που είχε μείνει ανοιχτή μέχρι τότε. Αν ο Ουναΐ δεν έκλεινε την τελευταία ημέρα των μεταγραφών, ποιο ακριβώς ήταν το Plan B του Παναθηναϊκού για τη μεσαία γραμμή; Ποιος θα έδινε ρυθμό και θα συνέδεε τη μεσαία γραμμή με την επίθεση; Και κυρίως, γιατί μια τόσο κεντρική ανάγκη του ποδοσφαίρου που θέλει να παίξει ο Νίστρουπ έμεινε μετέωρη έως το τελευταίο βράδυ;
Δεν φταίει ο Ουναΐ για το κενό που καλείται να καλύψει. Ούτε οφείλει να απολογηθεί επειδή οι φίλαθλοι φόρτωσαν στην πλάτη του τόσες ελπίδες τους. Αλλά το σενάριο είναι γνώριμο: όταν η συλλογική λειτουργία αργεί να εμφανιστεί, ψάχνουμε έναν άνθρωπο να παρακάμψει τη διαδικασία. Να πάρει την μπάλα, να ντριμπλάρει το πρόβλημα και να βγάλει την ομάδα έτοιμη στην άλλη πλευρά.
Μόνο που ακόμη και ο καλύτερος χαφ δεν μπορεί να πιέσει για δέκα, να δημιουργήσει μόνος του αποστάσεις, να διορθώσει κάθε λάθος και να μετατρέψει ένα νέο σύνολο σε ομάδα. Αν περιμένουμε κάτι τέτοιο, δεν τον υποδεχόμαστε ως ποδοσφαιριστή. Τον προετοιμάζουμε ως τον επόμενο ένοχο.
Η τελευταία επιλογή ενός μεγάλου brand
Υπάρχει και μια πλευρά της υπόθεσης Ουναΐ που καλό είναι να μη σκεπάσουμε με βίντεο υποδοχής. Ο Μαροκινός είχε συμφωνία με τον Παναθηναϊκό, αλλά περίμενε τον Άγιαξ. Η Αϊντχόφεν κινήθηκε επίσης για την απόκτησή του. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ των τελευταίων ημερών, η Αθήνα ήταν ο εφεδρικός δρόμος. Όταν έκλεισαν οι ολλανδικές πόρτες, άνοιξε οριστικά η πράσινη.
Μπορούμε να πούμε ότι ο παίκτης ήθελε να επιστρέψει. Προφανώς και ήθελε, αλλιώς δεν θα υπέγραφε. Δεν χρειάζεται όμως να προσποιηθούμε ότι ο Παναθηναϊκός ήταν η πρώτη του επιλογή. Δεν ήταν. Κι αυτό πονά περισσότερο επειδή ο Ουναΐ είχε ζήσει τον σύλλογο, ήξερε τον κόσμο του και γνώριζε τι μπορούσε να βρει εδώ.
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι ο Παναθηναϊκός έπαψε να είναι μεγάλος σύλλογος. Είναι ότι το ιστορικό του μέγεθος δεν αποτελεί σήμερα αντίστοιχο αγωνιστικό διαβατήριο στην ευρωπαϊκή αγορά. Ένα brand δεν συντηρείται μόνο από φωτογραφίες του παρελθόντος και γεμάτες εξέδρες. Τρέφεται από τίτλους, σταθερές ευρωπαϊκές παρουσίες, σοβαρότητα και την αίσθηση ότι ο παίκτης που έρχεται ανεβαίνει σκαλοπάτι. Όταν αυτά λείπουν για χρόνια, ακόμη και το βαρύτερο όνομα αναγκάζεται να πληρώσει περισσότερο και να περιμένει περισσότερο. Ο Παναθηναϊκός, με απλά λόγια, έχει μικρύνει ως ποδοσφαιρικός προορισμός. Όχι στη μνήμη των ανθρώπων του, αλλά στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Η παραδοχή είναι δυσάρεστη. Η άρνησή της, όμως, δεν τον μεγαλώνει.
Το ποδόσφαιρο των μανατζαρέων
Η αγορά του Ουναΐ αναφέρεται περίπου στα 14 εκατομμύρια ευρώ, μαζί με τις καθαρές αποδοχές μιας τετραετίας, τα μπόνους και τις υπόλοιπες επιβαρύνσεις, το συνολικό κόστος μπορεί να ξεπεράσει τα 30 εκατομμύρια. Αυτά τα χρήματα δεν αγοράζουν απλώς έναν χαφ, μα την προσδοκία ότι θα γίνει αγωνιστικός ηγέτης, θα φέρει αποτελέσματα, θα ανεβάσει την εμπορική αξία της ομάδας και ίσως κάποτε θα μεταπωληθεί. Αγοράζουν, δηλαδή, μια μελλοντική υπεραξία.
Έτσι λειτουργεί πλέον το ποδόσφαιρο. Οι παίκτες είναι ταυτόχρονα αθλητές, επενδύσεις, ποσοστά, δικαιώματα και επόμενες συμφωνίες. Η FIFA κατέγραψε για το 2025 αμοιβές 1,37 δισ. δολαρίων προς μάνατζερ μόνο στις διεθνείς μεταγραφές του ανδρικού επαγγελματικού ποδοσφαίρου, αύξηση δηλαδή άνω του 90% μέσα σε έναν χρόνο. Δεν πρόκειται για γραφική καταγγελία κάποιου που νοσταλγεί τις εποχές των παραγόντων με τα πούρα. Είναι η επίσημη περιγραφή μιας βιομηχανίας όπου ο ενδιάμεσος αποκτά όλο και μεγαλύτερο μερίδιο από το ίδιο το παιχνίδι.
Ο μάνατζερ δεν είναι από μόνος του ο κακός της ιστορίας, εκπροσωπεί συμφέροντα μέσα σε ένα σύστημα που τα έχει τοποθετήσει στο κέντρο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο σχεδιασμός μιας ομάδας εξαρτάται από το ποια πόρτα θα κλείσει αλλού, ποιος θα περιμένει έως την τελευταία ώρα και πόσα χρήματα χρειάζονται για να μετατραπεί η εφεδρική επιλογή ενός παίκτη σε τελική συμφωνία.
Και υπάρχει η ειρωνεία πως οι σύλλογοι μιλούν διαρκώς για υπεραξίες, αλλά συχνά εννοούν μόνο πόσο ακριβότερα θα πουλήσουν έναν παίκτη. Σπάνια μιλούν για την υπεραξία της συνέχειας, της αγωνιστικής ταυτότητας ή ενός παιδιού που εκπαιδεύτηκε χρόνια για να φορέσει αυτή τη φανέλα.
Μια αξία που δεν χωρά σε deals
Κάπου ανάμεσα στις ανακοινώσεις εκατομμυρίων και στις προμήθειες, ο 17χρονος Παναγιώτης Μπινιάρης έκανε το επίσημο ντεμπούτο του με τον Παναθηναϊκό. Μετά το παιχνίδι έγραψε ότι το ονειρευόταν από μικρό παιδί και δημοσίευσε μια παλιά φωτογραφία του με την πράσινη φανέλα. Η συγκίνησή του δεν ήταν προϊόν επικοινωνιακού σχεδιασμού, αλλά μια μικρή ρωγμή από την οποία μπήκε ξανά λίγο συναίσθημα.
Δεν ξέρω αν ο Μπινιάρης θα γίνει βασικός, διεθνής ή μεγάλη μεταγραφή. Και δεν πρέπει να του φορτώσουμε έναν διαφορετικό ρόλο επειδή έρχεται από την Ακαδημία. Η αξία της στιγμής βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν χρειάζεται πρόβλεψη. Ένα παιδί που αγαπά την ομάδα του έφτασε στην πρώτη ομάδα. Για λίγα λεπτά η φανέλα δεν ήταν στάδιο καριέρας, αλλά προορισμός.
Τέτοιοι παίκτες λείπουν από τον Παναθηναϊκό και συνολικά από το μοντέρνο ποδόσφαιρο. Όχι επειδή οι ξένοι δεν μπορούν να δεθούν με έναν σύλλογο ή επειδή κάθε παιδί της Ακαδημίας αξίζει θέση χαριστικά. Λείπουν επειδή η συνεχής απαίτηση για άμεσο αποτέλεσμα δεν αφήνει χώρο να δημιουργηθούν. Αγοράζουμε έτοιμη ποιότητα και ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί χάθηκε η ταυτότητα.
Ο Παναθηναϊκός χρειάζεται τον Ουναΐ. Χρειάζεται όμως και να δημιουργεί Μπινιάρηδες. Χρειάζεται τα εκατομμύρια που αγοράζουν ποιότητα, αλλά και τον χρόνο που παράγει δεσμό. Κυρίως, χρειάζεται να πάψει να περιμένει ότι ένα πρόσωπο θα διορθώσει όσα μόνο ένας οργανισμός μπορεί να χτίσει.
Οι δύο εικόνες δεν είναι εχθρικές. Ο διεθνής Μαροκινός και ο πιτσιρικάς της Ακαδημίας μπορούν να βρίσκονται στην ίδια ενδεκάδα και να υπηρετούν το ίδιο σχέδιο. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «Ουναΐ ή Μπινιάρης», λεφτά ή συναίσθημα. Είναι αν ο σύλλογος θα χρησιμοποιήσει τα χρήματα για να στηρίξει μια ταυτότητα ή αν θα συνεχίσει να αγοράζει ονόματα κάθε φορά που η απουσία ταυτότητας γίνεται ορατή.
Οι μεσσίες είναι χρήσιμοι στις παρουσιάσεις. Οι υπεραξίες είναι χρήσιμες στους ισολογισμούς. Οι ομάδες, όμως, φτιάχνονται αλλού, στις προπονήσεις που δεν βλέπουμε, στις επιλογές που δεν χειροκροτούνται την πρώτη μέρα και στην υπομονή να υπηρετήσεις ένα σχέδιο πριν απαιτήσεις να σε δικαιώσει. Αν ο νέος Παναθηναϊκός θέλει πραγματικά να μεγαλώσει ξανά, δεν πρέπει να περιμένει κάποιον να τον σώσει. Πρέπει να μάθει ξανά να χτίζει.
