Υπάρχουν χρονιές που τελειώνουν άδικα. Υπάρχουν χρονιές που τις τρώει μια λεπτομέρεια, ένα σουτ, ένας τραυματισμός, μια κακή βραδιά. Και υπάρχουν και χρονιές που τελειώνουν ακριβώς όπως τους αξίζει. Η φετινή μπασκετική σεζόν του Παναθηναϊκού δεν κατέρρευσε στο τέλος. Κατέρρεε μήνες τώρα, απλώς στο τέλος έσβησαν τα φώτα και είδαμε όλοι το ναυάγιο χωρίς μουσική υπόκρουση.
Η μπασκετική χρονιά του Παναθηναϊκού ολοκληρώθηκε. Κι ολοκληρώθηκε ακριβώς όπως της άξιζε. Όχι επειδή δεν υπήρχε ποιότητα, ούτε επειδή ο αντίπαλος ήταν ανίκητος. Όχι επειδή έλειψε ένα σουτ, ένα ριμπάουντ ή ένα σφύριγμα. Ολοκληρώθηκε έτσι γιατί όλο τον χειμώνα ο Παναθηναϊκός έσπερνε ανέμους και στο τέλος θέρισε θύελλες.

Ο Εργκίν Αταμάν δεν είναι τυχαίος. Δεν είναι κάποιος περαστικός που φόρεσε πράσινη φόρμα και χάθηκε στη μετάφραση. Είναι ο προπονητής που έφερε ξανά τίτλους, κύρος, ευρωπαϊκή περηφάνια, αλαζονεία νικητή σε έναν οργανισμό που είχε ξεχάσει πώς μυρίζει η κορυφή. Αυτό δεν σβήνεται. Κανείς δεν πρόκειται να μηδενίσει τον Εργκίν Αταμάν. Δεν πετιέται στα σκουπίδια επειδή η τελευταία εικόνα ήταν άσχημη.
Ακριβώς όμως γι’ αυτό έπρεπε να είχε φύγει νωρίτερα. Με χαμόγελα. Με χειροκρότημα. Με ένα «ευχαριστούμε» πριν το πράγμα γίνει αυτοχειρία. Γιατί κάποια διαζύγια, όταν καθυστερούν, δεν σώζουν σχέσεις. Τις κάνουν χειρότερα.
Οι τέσσερις πυλώνες της πράσινης αυτοχειρίας
Η φετινή αποτυχία δεν ήταν ατύχημα. Ήταν μοντέλο. Ήταν χτισμένη με υλικά που φαίνονταν από μακριά: κακή νοοτροπία, δημόσιες εκρήξεις, κλειστό μυαλό, δογματισμός, λάθος διαχείριση και μια ακατανόητη πίστη ότι το ταλέντο θα κουκουλώσει τα πάντα. Δεν τα κουκούλωσε. Τα έκανε πιο εκκωφαντικά.
Η μεγαλύτερη αμαρτία στον αθλητισμό δεν είναι να χάνεις από έναν καλύτερο αντίπαλο. Είναι να παραδίδεις τα όπλα επειδή εσύ ο ίδιος αποφάσισες να δυναμιτίσεις τα θεμέλια του σπιτιού σου.
Το σύνδρομο του αλάθητου
Πρώτα απ’ όλα, ο Αταμάν επέλεξε πολλές φορές την πιο εύκολη και ταυτόχρονα πιο επικίνδυνη διαδρομή, δηλαδή την αποποίηση ευθυνών. Κάθε φορά που η ομάδα στραβοπατούσε, το πρόβλημα σπάνια έμοιαζε να ξεκινά από τον πάγκο. Έφταιγαν οι παίκτες που δεν ήταν έτοιμοι. Έφταιγαν οι παίκτες που δεν είχαν την απαιτούμενη ένταση. Έφταιγαν οι παίκτες που δεν κατάλαβαν, δεν εκτέλεσαν, δεν άντεξαν.
Μπορεί κάποιες φορές να είχε δίκιο. Το θέμα όμως δεν είναι αν έχεις δίκιο. Το θέμα είναι τι κάνεις με αυτό το δίκιο.
Ο προπονητής δεν είναι σχολιαστής σε πάνελ. Δεν είναι οπαδός με μικρόφωνο. Είναι ο άνθρωπος που πρέπει να κρατάει το αποδυτήριο ζωντανό ακόμη κι όταν μυρίζει μπαρούτι. Όταν μετατρέπεις κάθε στραβή σε δημόσια δίκη, όταν βγάζεις παίκτες στο μανταλάκι για να προστατεύσεις το δικό σου αφήγημα, κάποια στιγμή χάνεις το δικαίωμα να τους ζητήσεις να «πεθάνουν» για σένα όταν η μπάλα καίει.
Οι παίκτες δεν είναι στρατιωτάκια. Είναι προσωπικότητες με εγωισμό, καριέρες, αποδυτήρια πίσω τους, εμπειρίες, αντοχές και όρια. Αν τους αδειάζεις δημόσια, μην απορείς όταν στα δύσκολα σε κοιτάζουν αντί να σε ακολουθούν.
Το χαμένο κάστρο των αποδυτηρίων
Εκεί χάθηκε το πράγμα. Στα αποδυτήρια, όχι στο τελευταίο δεκάλεπτο, όχι στο χαμένο ριμπάουντ, όχι στο άστοχο τρίποντο. Η χημεία έσπασε πριν σπάσει ο πίνακας του σκορ. Ο σεβασμός, που στην αρχή χτίστηκε πάνω στους τίτλους και στο μέγεθος του προπονητή, άρχισε να γίνεται φόβος, μετά κούραση και στο τέλος αδιαφορία. Και όταν μια ομάδα φτάσει στην αδιαφορία, δεν τη σώζει ούτε το καλύτερο playbook του κόσμου.
Τα αποδυτήρια του Παναθηναϊκού, που θα έπρεπε να είναι οχυρό, έμοιαζαν φέτος με κινούμενη άμμο. Κάθε ήττα τραβούσε την ομάδα πιο βαθιά. Κάθε δημόσια έκρηξη μεγάλωνε την απόσταση. Κάθε timeout έμοιαζε λιγότερο με καθοδήγηση και περισσότερο με μια άβολη οικογενειακή σκηνή μπροστά σε καλεσμένους. Ας μην ξεχνάμε την αλλαγή της εικόνας της ομάδας όταν ο Αταμάν είχε αποβληθεί (και δεν ήταν λίγες οι φορές…) όταν την καθοδηγούσε ο Χρήστος Σερέλης.
Και στο μπάσκετ, όταν χαθεί η εσωτερική συνοχή, η πτώση δεν είναι πιθανότητα. Είναι χρονοδιάγραμμα.
Ροτέισον προς αποφυγή
Μετά ήρθε το ροτέισον. Ή μάλλον, η απουσία του. Ο Παναθηναϊκός έζησε όλη τη χρονιά με μια εξοντωτική λογική, οι ίδιοι και οι ίδιοι, μέχρι να σβήσουν.
Οι βασικοί κουβαλούσαν λεπτά, πίεση, ευθύνες, επαφές, ταξίδια, τραυματισμούς και ψυχολογία. Και στον πάγκο υπήρχαν παίκτες που άλλοτε ξεχνιούνταν και άλλοτε θυμόμασταν ότι υπάρχουν όταν το ματς είχε ήδη γίνει ροντέο.
Αυτό δεν είναι διαχείριση ρόστερ, είναι κατανάλωση. Είναι σα να έχεις ακριβό αυτοκίνητο και να το οδηγείς συνέχεια κόκκινο, μετά να απορείς γιατί κάπνισε η μηχανή.
Το σύγχρονο μπάσκετ απαιτεί ένταση, φρεσκάδα, βάθος, διαφορετικά σχήματα, ανάσες και εμπιστοσύνη. Όταν κολλάς σε μια κλειστή 7άδα, γίνεσαι προβλέψιμος για τον αντίπαλο και επικίνδυνος για τους δικούς σου παίκτες. Ο Παναθηναϊκός δεν λύγισε επειδή δεν είχε ποιότητα, μα επειδή η ποιότητα χρησιμοποιήθηκε σαν άλλοθι για να μη λυθούν τα δομικά προβλήματα.
Tο έγκλημα της μη αντικατάστασης του Λεσόρ
Και φυσικά, πάνω από όλα, υπάρχει η υπόθεση Λεσόρ. Εκεί δεν μιλάμε απλώς για λάθος. Μιλάμε για εγκληματική ολιγωρία.
Όταν χάνεις έναν τέτοιο σέντερ, δεν μπορείς να λειτουργείς σαν να έχασες έναν παίκτη rotation. Χάνεις κορμί, ένταση, άμυνα, σκριν, ριμπάουντ, ψυχή, φόβητρο. Χάνεις τη ρακέτα σου. Χάνεις το σημείο από το οποίο ξεκινά μεγάλο μέρος της επιθετικής και αμυντικής σου ισορροπίας.
Κι ο Παναθηναϊκός έμεινε γυμνός εκεί όπου το μπάσκετ γίνεται πιο απλό και πιο αμείλικτο, δηλαδή κοντά στο καλάθι.
Το να περιμένεις, να μπαλώνεις, να ελπίζεις και να λες «θα δούμε» είναι συμπεριφορά ομάδας που δεν έχει στόχο την κορυφή. Είναι συμπεριφορά ομάδας που παρακαλάει να μη φανεί η τρύπα. Αλλά οι τρύπες στη Euroleague δεν κρύβονται. Τις σημαδεύουν όλοι.
Ο Ζοτς στον ορίζοντα: επιστροφή ή παγίδα μνήμης;
Και τώρα εμφανίζεται ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς. Ο Ζοτς. Ο Άρχοντας. Όχι απλώς ένας προπονητής, μα ένα κομμάτι της πράσινης Ιστορίας. Ένα πρόσωπο που, για τον Παναθηναϊκό, δεν ανήκει μόνο στο παρκέ. Ανήκει στη μνήμη, στην εξέδρα, στις ευρωπαϊκές νύχτες, σε εκείνη την εποχή που ο σύλλογος έμπαινε στο γήπεδο και οι αντίπαλοι ήξεραν ότι δεν παίζουν απλώς με ομάδα. Παίζουν με καθεστώς.
Τα θετικά είναι προφανή. Ο Ομπράντοβιτς είναι προπονητής κοινής αποδοχής. Έχει μέγεθος που μιλά από μόνο του. Ξέρει τι σημαίνει Παναθηναϊκός, ξέρει τι ζητάει το ΟΑΚΑ, ξέρει πώς να μιλήσει σε μεγάλα εγώ χωρίς να μικρύνει ο ίδιος. Είναι διαχειριστής προσωπικοτήτων, όχι απλώς σχεδιαστής συστημάτων. Και ο Παναθηναϊκός, μετά από μια χρονιά εσωτερικής φθοράς, χρειάζεται ξανά κάποιον που να μπει στα αποδυτήρια και να τελειώσει την κουβέντα πριν αρχίσει.
Με τον Ζοτς στον πάγκο, κανένας παίκτης δεν μπορεί να θέσει τον εαυτό του πάνω από την ομάδα. Η πειθαρχία επιστρέφει και το βάρος της φανέλας ξαναγίνεται καθημερινή υποχρέωση κι όχι σύνθημα για βίντεο.
Όμως επειδή δεν χρειάζεται να ανάψουμε λαμπάδες νοσταλγίας, πρέπει να ειπωθούν και τα δύσκολα. Το μπάσκετ του Ζοτς είναι ακόμη αρκετά σύγχρονο για τη σημερινή Euroleague ή κουβαλάει πια περισσότερο βάρος από όσο ρυθμό;
Η διοργάνωση έχει αλλάξει, οι κατοχές τρέχουν, οι αποστάσεις ανοίγουν, οι δημιουργοί αποφασίζουν πιο γρήγορα, οι άμυνες αλλάζουν συνεχώς, οι ομάδες χρειάζονται αθλητικότητα, πλάτος, ενέργεια και ευελιξία. Δεν αρκεί η πειθαρχία. Δεν αρκεί το βλέμμα που παγώνει αίματα. Δεν αρκεί η ανάμνηση του αυτοκράτορα αν το παρκέ ζητά κάτι πιο γρήγορο, πιο άμεσο, πιο ανοιχτό.
Και έπειτα υπάρχει ο Ναν. Ο Κέντρικ Ναν δεν είναι παίκτης που τον βάζεις απλώς σε κουτάκι. Είναι προσωπικότητα, ένστικτο, έκρηξη. Είναι παίκτης που θέλει χώρο να αναπνεύσει και μπάλα να αποφασίσει. Μπορεί να συνυπάρξει με έναν προπονητή που απαιτεί απόλυτο έλεγχο; Μπορεί ο Ζοτς να του δώσει ελευθερία χωρίς να νιώσει ότι χάνει την ομάδα; Μπορεί ο Ναν να μπει σε πλαίσιο χωρίς να χάσει αυτό που τον κάνει ξεχωριστό;
Εκεί θα κριθούν πολλά κι όχι στις συνεντεύξεις, στις παρουσιάσεις ή στα βίντεο με τις παλιές κούπες. Στην καθημερινότητα. Στο πρώτο κακό σουτ. Στην πρώτη άμυνα που θα χαθεί. Στο πρώτο ματς που ο σταρ θα θέλει να το πάρει μόνος του και ο προπονητής θα θέλει να του θυμίσει ότι το μπάσκετ δεν είναι μονόλογος.
Υπάρχει φυσικά κι ο χρόνος. Ο Παναθηναϊκός δεν είναι σε φάση υπομονετικής ανοικοδόμησης. Έχει ακριβό ρόστερ, πολύ καλό κορμό, απαιτητικό κοινό, πληγωμένο εγωισμό και διοίκηση που λειτουργεί με… έντονες συναισθηματικές κινήσεις. Αν ο Ζοτς επιστρέψει, δεν θα επιστρέψει ως προπονητής που θα πάρει πίστωση επειδή «χτίζει». Θα επιστρέψει ως μύθος.
Και οι μύθοι, όταν επιστρέφουν, έχουν πάντα ένα πρόβλημα, πως ο κόσμος τους συγκρίνει με το παρελθόν τους. Τους συγκρίνει με τον παλιό τους εαυτό. Αν δεν έρθουν γρήγορα τίτλοι, αν η ομάδα ζοριστεί, αν η σχέση αρχίσει να τρίζει, υπάρχει ο κίνδυνος να ραγίσει κάτι που έμεινε άθικτο για χρόνια.
Το είδαμε και στην Παρτιζάν. Η αγάπη δεν είναι συμβόλαιο ασυλίας. Είναι εύφλεκτο υλικό.
Και λίγο ποδόσφαιρο, γιατί ούτε εκεί τελειώσαμε
Μέσα σε όλα, υπάρχει και το ποδοσφαιρικό τμήμα, που δείχνει επιτέλους να προσπαθεί να βάλει μια σειρά. Το project μοιάζει πιο καθαρό, πιο φιλόδοξο, πιο σοβαρό από άλλα καλοκαίρια όπου ο Παναθηναϊκός έμοιαζε να ψάχνει παίκτες με φακό και να βρίσκει δικαιολογίες με προβολέα.
Αλλά ας μην τρελαθούμε πριν την ώρα μας, σίγουρα θα έχουμε χρόνο γ’ αυτό. Όταν χρειάζεσαι 9+ μεταγραφές, δεν είσαι ένα βήμα από την κορυφή. Είσαι πολλά βήματα από την κανονικότητα.
Θέλει υπομονή, σωστή επιλογή, χημεία, χρόνο και κυρίως να μη βαφτίσουμε πάλι κάθε άφιξη «δήλωση πρωταθλητισμού». Οι ομάδες δεν φτιάχνονται στα αεροδρόμια. Φτιάχνονται όταν σταματήσουν να έχουν ανάγκη τα αεροδρόμια.
Κρατάμε τις θετικές ενδείξεις. Κρατάμε τη διάθεση για restart. Αλλά παραμένουμε συγκρατημένοι και αυστηροί. Γιατί ο Παναθηναϊκός έχει χορτάσει από καλοκαιρινές υποσχέσεις. Αυτό που του λείπει είναι χειμερινή συνέπεια.
Το καυτό πράσινο καλοκαίρι
Ο Παναθηναϊκός μπαίνει σε ένα καλοκαίρι που μυρίζει ζέστη, παρασκήνιο, μεταγραφές, αναμονή και νεύρα. Στο μπάσκετ ψάχνει ξανά ταυτότητα μετά το τέλος του κύκλου Αταμάν. Στο ποδόσφαιρο ψάχνει επιτέλους κορμό και σοβαρότητα. Ο κόσμος, κουρασμένος αλλά πάντα παρών, περιμένει.
Το λάθος δεν είναι να πέσεις. Το λάθος είναι να μην καταλάβεις γιατί έπεσες.
Κι ίσως αυτό είναι το μόνο σίγουρο, πως η ησυχία δεν θα κρατήσει πολύ. Γιατί στον Παναθηναϊκό, ακόμη και όταν όλα τελειώνουν άδοξα, κάτι αρχίζει να καίγεται από την αρχή.
