Όσοι με διαβάζετε, ξέρετε πως δεν είμαι άνθρωπος των αποχαιρετισμών, τουλάχιστον όχι αυτών που συνοδεύονται από φτηνά δάκρυα και “ρετρό” αφιερώματα που μοιάζουν με σκονισμένα εικονοστάσια. Όμως, υπάρχει κάτι στην ατμόσφαιρα αυτές τις μέρες, μια παράξενη υγρασία που δεν οφείλεται στον καιρό, αλλά στην αίσθηση ότι ένα κομμάτι του DNA μας ξεριζώνεται χωρίς αναισθητικό. δεν ήταν ποτέ απλώς η έδρα του Παναθηναϊκού. Ήταν το μέρος όπου γενιές ανθρώπων έμαθαν να φωνάζουν, να βρίζουν, να ερωτεύονται, να κλαίνε, να γερνάνε.

Και τώρα κλείνει. Σιωπά. Κατεβάζει. Το ιστορικό γήπεδο που είδε αυτοκρατορίες να χτίζονται και διοικήσεις να γκρεμίζονται, παικταράδες να αποθεώνονται και προπονητές να φεύγουν νύχτα, δεν θα λειτουργεί πια. Τέλος εποχής.
Και το να λες “αντίο” στη Λεωφόρο είναι σαν να λες αντίο στην παιδική σου ηλικία, τότε που το Τριφύλλι στην καρδιά ήταν η μοναδική πυξίδα σε έναν κόσμο που άρχιζε ήδη να βρωμάει δήθεν επαγγελματισμό κι αποστείρωση.
Εκεί που οι τοίχοι θυμούνται περισσότερα από τους ανθρώπους
Η Λεωφόρος δεν είχε ποτέ την πολυτέλεια των νέων γηπέδων. Δεν είχε corporate αίγλη, ούτε κυλιόμενες σκάλες, ούτε σαλόνια για χορηγούς με γραβάτες που δεν ξέρουν τι είναι οφσάιντ. Είχε όμως κάτι πολύ ακριβότερο, τη μνήμη. Δεν είναι οι τοίχοι που την κάνουν τη ιερή, αλλά οι αναμνήσεις που έχουν ποτίσει το έδαφος. Εκεί που ο Δομάζος κεντούσε, εκεί που ο Σαραβάκος έκανε τον χρόνο να σταματά, εκεί που ο Βαζέχα έκανε το δίχτυ να αναστενάζει. Πώς να χωρέσεις σε λίγες γραμμές τις ευρωπαϊκές νύχτες που η Ευρώπη υποκλινόταν στο μεγαλείο της “πράσινης” έδρας;
Την επική νίκη επί του Ερυθρού Αστέρα που μας έστειλε στο Γουέμπλεϊ, τις μάχες με τη Γιουβέντους και την Άρσεναλ, εκείνες τις στιγμές που το γήπεδο έμοιαζε με καζάνι που έβραζε και έπνιγε κάθε αντίπαλο μεγαλείο. Και τις βραδιές που έκλειναν με τους πράσινους να υποκλίνονται στην εξέδρα μ’ εκείνο το ανατριχιαστικό “Όλε!”. Η Λεωφόρος ήταν ο τόπος όπου το “ακατόρθωτο” πήγαινε για ύπνο νωρίς. Ήταν το γήπεδο-κλουβί όπου η απόσταση ανάμεσα στον οπαδό και τον παίκτη ήταν τόσο μικρή, που μπορούσες να ακούσεις την ανάσα του αντιπάλου να κόβεται. Οι τοίχοι της έχουν ακούσει περισσότερες εξομολογήσεις από ψυχολόγους. «Αν χάσουμε σήμερα, χωρίζω». «Αν βάλει γκολ ο μικρός, θα κλάψω». «Δεν αντέχω άλλο αυτή τη διοίκηση». Και η προσμονή πως ο κόσμος θα γίνει λίγο πιο δίκαιος γιατί φοράμε τα πράσινα. Μια χώρα ολόκληρη σε 90 λεπτά.
Η Λεωφόρο, ήταν η τελευταία λαϊκή γωνιά πριν γίνουμε όλοι πελάτες
Η αγάπη του κόσμου για τη Λεωφόρο δεν εξηγείται μόνο με τρόπαια και ιστορία. Εξηγείται κοινωνικά. Ήταν ένα γήπεδο μέσα στην πόλη, όχι έξω από αυτήν. Πήγαινες με τα πόδια, με λεωφορείο, με μηχανάκι, με τον πατέρα σου, με το πρώτο σου κασκόλ, με τον μισθό μισό στην τσέπη και το υπόλοιπο χρέος στην καρδιά. Ήταν το γήπεδο του μικρομεσαίου Παναθηναϊκού. Του φοιτητή που μέτραγε τα κέρματα για εισιτήριο. Του πιτσιρικά που έβλεπε από κοντά τους ήρωές του και πίστευε πως ο κόσμος έχει δικαιοσύνη.
Στη Λεωφόρο υπήρχε ακόμα η αίσθηση κοινότητας. Έβλεπες τον ίδιο περιπτερά, τον ίδιο παππού στην ίδια θέση, την ίδια παρέα που τσακωνόταν από το 1998 για το αν έπρεπε να παίξει 4-4-2. Ήταν μια μικρή δημοκρατία νεύρων και καπνού.
Σήμερα τα γήπεδα γίνονται εμπειρίες κατανάλωσης. QR code, premium seats, content creation corners και χορηγούμενη συγκίνηση. Η Λεωφόρος ήταν ατελής, στριμωγμένη, παλιά. Δηλαδή ανθρώπινη. Η Λεωφόρος δεν πουλούσε εμπειρία. Παρήγαγε μνήμη. Δεν πήγαινες για θέαμα, μα για συμμετοχή. Κι αυτό είναι πιο επικίνδυνο για την εποχή μας από όσο νομίζουμε.
Η ψυχρή λογική της μετακόμισης και το αβέβαιο αύριο
Και τώρα, τι; Το κλείσιμο της Λεωφόρου έρχεται σε μια στιγμή που ο ποδοσφαιρικός Παναθηναϊκός μοιάζει πάλι μετέωρος. Η διοίκηση μιλάει για εκσυγχρονισμό, για νέα εποχή, για γήπεδα που θα μοιάζουν με εμπορικά κέντρα και θα έχουν την αποστειρωμένη αίσθηση ενός χειρουργείου. Καταλαβαίνω τη λογική, την κατανοώ αλλά την απεχθάνομαι. Γιατί ο Παναθηναϊκός, στην τωρινή του κατάσταση, μοιάζει με έναν άνθρωπο που αφήνει το πατρικό του σπίτι για να πάει σε ένα πολυτελές διαμέρισμα, ενώ η τσέπη του είναι τρύπια και η ψυχή του άδεια. Αποχαιρετά το πιο αναγνωρίσιμο ποδοσφαιρικό του καταφύγιο χωρίς να νιώθει ακόμη απόλυτα έτοιμος για την επόμενη μέρα. Κι αυτό βαραίνει. Γιατί οι ομάδες δεν μετακομίζουν μόνο με φορτηγά και συμβόλαια. Μετακομίζουν με ψυχολογία. Η μετάβαση είναι μετέωρη, το “αύριο” μοιάζει με ένα σχέδιο επί χάρτου που κανείς δεν ξέρει αν θα έχει την αύρα της Λεωφόρου ή αν θα είναι απλώς ένας άψυχος χώρος φιλοξενίας. Ο κόσμος φοβάται, και δικαίως. Φοβάται μην γίνει ο Παναθηναϊκός μια ομάδα χωρίς σημείο αναφοράς, χωρίς το “κάστρο” του. Ο Παναθηναϊκός δεν χρειάζεται απλώς νέο γήπεδο, αλλά χρειάζεται να μη χάσει την ψυχή του στη μετακόμιση.
Όταν σβήνουν τα φώτα, μένουν οι φωνές
Το κλείσιμο της Λεωφόρου δεν είναι απλώς μια πολεοδομική αλλαγή, είναι μια πολιτισμική ήττα του ποδοσφαίρου που αγαπήσαμε. Εκεί που η κοινωνική διαστρωμάτωση εξαφανιζόταν κάτω από την ίδια πράσινη φανέλα, εκεί που ο δικηγόρος και ο εργάτης πανηγύριζαν κι έβριζαν μαζί, τώρα θα μείνει μια σιωπή που θα μας στοιχειώνει.
Θα έρθει μια μέρα που κάποιος πιτσιρικάς θα ακούσει τη λέξη «Λεωφόρος» σαν ιστορική αναφορά. Όπως ακούσαμε εμείς για γήπεδα που δεν προλάβαμε. Και τότε καταλάβαμε ότι μεγαλώσαμε.
Όμως, όσοι έζησαν εκεί ξέρουν. Ξέρουν τον ήχο πριν τη σέντρα, την ένταση στα στενά, τη μυρωδιά της βραδιάς μετά από νίκη. Το περπάτημα προς το σπίτι μετά από ήττα, λες και είχε πεθάνει συγγενής.
Η Λεωφόρος κλείνει, αλλά δεν τελειώνει. Θα συνεχίσει να υπάρχει εκεί όπου υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που θυμούνται. Γιατί κάποια γήπεδα δεν τα κλείνεις με λουκέτο.
Τα κουβαλάς μέσα σου.
Κι ο Παναθηναϊκός, είτε το ξέρει είτε όχι, θα παίζει για πάντα ένα κομμάτι των αγώνων του εκεί. Όταν σβήσουν τα φώτα για τελευταία φορά, ας μην χειροκροτήσουμε. Ας μείνουμε για λίγο σιωπηλοί, ακούγοντας τις ιαχές των περασμένων δεκαετιών να αντηχούν στις κερκίδες. Η Λεωφόρος απλώς περνάει στη σφαίρα του μύθου, αφήνοντάς μας να αναρωτιόμαστε αν θα βρούμε ποτέ ξανά κάπου να νιώσουμε “σπίτι” μας. Στο τέλος της ημέρας, η ιστορία δεν κατεδαφίζεται, αλλά κινδυνεύεις να την ξεχάσεις. Κι αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος μην γίνουμε ξένοι στο υποθηκευμένο μας μέλλον.
