Υπάρχει μια παράξενη ψυχραιμία που αποκτάς μετά από χρόνια υποστήριξης στον Παναθηναϊκό. Όχι η υγιής, η άλλη. Αυτή που μοιάζει με μούδιασμα, σα να έχεις δει τόσα, που τίποτα πια δεν σε εκπλήσσει πια. Κι ο Ιανουάριος του 2026 δεν ήρθε για να διαψεύσει αυτή την αίσθηση. Μάλλον ήρθε για να τη σφραγίσει. Να την κάνει κανονικότητα.

Ο κόσμος του Παναθηναϊκού ζει εδώ και καιρό τη δική του «μέρα της μαρμότας». Ξυπνάς με υποσχέσεις. Κοιμάσαι με δικαιολογίες. Κάθε σεζόν ξεκινά με μεγάλα λόγια και καταλήγει σε μικρές παραδοχές ήττας. Όχι πάντα στο σκορ. Κυρίως στη λογική. Στην απαίτηση. Στο αυτονόητο. Όχι, δεν είναι ψυχοφθόρο να είσαι Παναθηναϊκός. Είναι κάτι χειρότερο. Είναι να μαθαίνεις να ζεις με την ιδέα ότι η απογοήτευση είναι μέρος του προγράμματος. Ότι το διοικητικό χάος βαφτίζεται,ξανά, «μεταβατικό στάδιο». Ότι ο ερασιτεχνισμός φορά κοστούμι και περνά για στρατηγική. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε budget, μεταγραφές και συνεντεύξεις Τύπου, χάνεται η ουσία κι εμφανίζεται μια ομάδα που δεν ξέρει πια τι θέλει να είναι.
Μπάσκετ – Το «Εγώ» του Αταμάν και μια ομάδα χωρίς δίχτυ ασφαλείας
Το μπάσκετ θα έπρεπε να είναι το καταφύγιο. Το τμήμα που, θεωρητικά, έχει όλα όσα λείπουν αλλού. Χρήμα. Εμπειρία. Βαρύ όνομα στον πάγκο. Κι όμως, κάθε φορά που η κατάσταση στραβώνει, αποκαλύπτεται το ίδιο κενό. Όχι στο ταλέντο. Στη δομή.
Ο Εργκίν Αταμάν έχει καταφέρει κάτι μοναδικό, αυτό του να χάνει χωρίς ποτέ να φταίει. Είναι πάντα κάποιος άλλος υπεύθυνος. Οι διαιτητές που «δεν σέβονται». Οι παίκτες που «δεν ακολουθούν». Οι συνθήκες που «δεν βοηθούν». Ακόμα και το πρόγραμμα. Ίσως στην επόμενη ήττα να μάθουμε ότι ο Ερμής ήταν ανάδρομος…
Το coaching, όμως, μένει στο απυρόβλητο. Το πλάνο δεν κρίνεται. Οι επιλογές δεν αμφισβητούνται. Και όταν όλα πάνε στραβά, το ύφος παραμένει θριαμβευτικό, σχεδόν προκλητικό. Σαν να μας κάνει χάρη που εξηγεί την ήττα. Κι ας μην έχουμε δει έστω ένα play δουλεμένο στην προπόνηση εδώ και 3 σχεδόν χρόνο. Μόνο σουτ τραβηγμένα απ’ τα μαλλιά, που αν μπουν είμαστε clutch κι αν δεν μπουν είμαστε άτυχοι. Α! Και εφορμήσεις στη ρακέτα με προσευχές να πάρει κάποιος το επιθετικό ριμπάουντ…
Το πρόβλημα δεν είναι ο χαρακτήρας. Είναι ότι αυτό το «εγώ» του Τούρκου διαπερνά όλη την ομάδα. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η ευθύνη διαχέεται, εξατμίζεται. Όπου κανείς δεν νιώθει πραγματικά υπόλογος. Κι έτσι, μια ομάδα με υψηλό budget μοιάζει τρομακτικά εύθραυστη. Αρκεί να λείψουν ένας-δύο παίκτες και το οικοδόμημα τρίζει. Ο Αμερικανός γκαρντ χάνεται σε κακές επιλογές. Ο μισθοφόρος του καλοκαιριού παίζει σαν να έχει ήδη το μυαλό του στην επόμενη στάση. Και το σύνολο θυμίζει αυτοσχέδιο σχήμα, όχι οργανωμένο οργανισμό.
Το πιο εξοργιστικό, όμως, είναι το διαχρονικό, σχεδόν, κενό στη ρακέτα. Κάθε χρόνο το ίδιο έργο. Κάθε χρόνο η ίδια δικαιολογία. «Ατυχία». «Τραυματισμοί». «Δεν το περιμέναμε». Κι έχουμε να δούμε σοβαρό σέντερ από τότε που τραυματίστηκε ο ΛεΣορ…
Σοβαρά τώρα; Πόσες σεζόν χρειάζονται για να καταλάβεις ότι δεν μπορείς να πας μέχρι τον Ιανουάριο χωρίς αξιόπιστο backup σέντερ; Αυτό δεν είναι κακοτυχία. Είναι επιλογή. Και η επιλογή αυτή λέγεται ανικανότητα. Λέγεται προχειρότητα. Λέγεται ερασιτεχνισμός με επαγγελματικό περιτύλιγμα.
Κάπως έτσι, οι παίκτες γίνονται φαντάσματα που παίζουν στο 40% των δυνατοτήτων τους και μοιάζουν απολύτως άνετοι με αυτό. Που μπαίνουν στο παρκέ χωρίς ένταση, χωρίς αποφασιστικότητα, χωρίς φόβο ότι θα πληρώσουν το τίμημα. Γιατί να φοβηθούν; Κανείς δεν τους αγγίζει. Κανείς δεν τους εκθέτει. Όταν όλα είναι «συλλογική ευθύνη», στην πράξη δεν είναι ευθύνη κανενός. Καλό θα ήτανε ο DPG να περάσει μια βόλτα από τα αποδυτήρια και να εξηγήσει σε όλους εκεί μέσα ότι κανένας τους, πραγματικά ΚΑΝΕΝΑΣ ΤΟΥΣ δεν είναι μεγαλύτερος απ’ το Τριφύλλι!
Ποδόσφαιρο – Το Βατερλό της Νέας Φιλαδέλφειας και το πείραμα που δεν τελειώνει ποτέ
Στο ποδόσφαιρο, τα πράγματα είναι για άλλη μια χρονιά ακόμα χειρότερα. Δεν κρύβονται ούτε πίσω από συστήματα και rotation. Εκεί, η πραγματικότητα σε χτυπά στο πρόσωπο. Το 4-0 στη Νέα Φιλαδέλφεια δεν ήταν απλώς μια βαριά ήττα από την ΑΕΚ. Ήταν Η ΠΙΟ ΒΑΡΙΑ ΗΤΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ. Ήταν μια βραδιά ντροπής. Μια εικόνα που προσβάλλει την ιστορία του συλλόγου. Μια ομάδα χωρίς ένταση, χωρίς πλάνο, χωρίς στοιχειώδη αντίδραση. Σαν να μπήκε στο γήπεδο γνωρίζοντας ότι δεν έχει καμία τύχη και αποδεχόμενη αυτό το δεδομένο.
Ο στόπερ που χάθηκε στη Φιλαδέλφεια, είχε χαθεί και στην Τούμπα… Κι όχι, δεν ήταν ο μόνος κακός. Αλλά γιατί έδειξε πόσο μόνοι είναι όλοι μέσα σε αυτό το σχήμα. Χωρίς κάλυψη. Χωρίς ξεκάθαρο ρόλο. Χωρίς συνοχή. Κι όταν μια ομάδα καταρρέει έτσι, το πρόβλημα δεν είναι ατομικό, ούτε συστήματος. Είναι πιο βαθύ.
Το λεγόμενο «μοντέλο» του συλλόγου είναι εδώ και χρόνια ένα πείραμα χωρίς τέλος. Ο Γιάννης Αλαφούζος, θεωριτικα, ρίχνει χρήματα. Αλλά όχι σε ένα ξεκάθαρο σχέδιο. Ρίχνει χρήματα σε ιδέες της στιγμής. Σε αλλαγές κατεύθυνσης. Σε επιλογές που αναιρούν η μία την άλλη. Ο Παναθηναϊκός μοιάζει περισσότερο με εργαστήριο δοκιμών παρά με ποδοσφαιρικό οργανισμό. Κάθε σεζόν κάτι «χτίζεται». Και κάθε Ιανουάριο, γκρεμίζεται.
Ο προπονητής συνεχίζει να ψάχνεται. Κάνει δοκιμές. Αλλάζει ρόλους. Ανακατεύει πρόσωπα. Σαν να είναι Αύγουστος. Σαν να υπάρχει χρόνος. Ο Μπενίτεθ είχε ελαφρυντικά. Στην αρχή. Πλέον, κάθε νέα δοκιμή μοιάζει περισσότερο με ομολογία αδυναμίας. Δεν ζήτησε κανείς οι πράσινοι να γίνουν ξαφνικά μια μικρή Μπαρτσελόνα, απλά ας ξεκινήσουν να κάνουν τα βασικά. Πόσο μπορείς να πειραματίζεσαι τον Ιανουάριο; Πότε σταματά η προσαρμογή και αρχίζει η ευθύνη;
Και ύστερα είναι η βαθμολογία. Εκεί που το μαύρο χιούμορ γίνεται άμυνα. Κοιτάς τον πίνακα και γελάς πικρά. «Τι θα γίνει αν στο τέλος ο Λεβαδειακός μας βλέπει από πάνω;» Παλιά θα ήταν αστείο. Τώρα είναι απλώς μια δυσάρεστη σκέψη που δεν μπορείς να διώξεις. Γιατί όταν δεν έχεις ταυτότητα, όταν παίζεις χωρίς πυξίδα, όλα είναι πιθανά. Ακόμα και τα πιο ντροπιαστικά.
Ίσως σωθεί κάτι. Αλλά όχι έτσι.
Ο Ιανουάριος έφερε μεταγραφές. Έφερε νέα ονόματα. Αντίνο. Τεττέη. Κινήσεις που παρουσιάστηκαν ως λύσεις. Αλλά μοιάζουν περισσότερο με φτιασιδώματα. Προσπάθειες να καλυφθούν ρωγμές σε έναν οργανισμό που νοσεί βαθιά. Το ερώτημα δεν είναι αν αυτοί οι παίκτες έχουν ποιότητα. Είναι αν μπορούν να αλλάξουν μια κουλτούρα. Αν μπορούν να καλύψουν διοικητική ανικανότητα, έλλειψη σχεδίου και μια μόνιμη απουσία αυτοκριτικής.
Ίσως έρθουν κάποιες νίκες. Ίσως γυρίσει ένα ματς στο μπάσκετ. Ίσως στο ποδόσφαιρο υπάρξει μια αντίδραση που θα μας ξεγελάσει. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι το αποτέλεσμα της Κυριακής. Είναι το γιατί κάθε χρόνο φτάνουμε στο ίδιο σημείο. Με τις ίδιες ερωτήσεις. Με την ίδια κούραση. Με την ίδια αίσθηση κοροϊδίας.
Μέχρι πότε θα αντέχουμε; Μέχρι πότε θα βαφτίζουμε την αποτυχία «διαδικασία»; Και το πιο επικίνδυνο ερώτημα απ’ όλα, μήπως τελικά δεν μας σοκάρει πια τίποτα;
Ίσως σωθεί κάτι. Αλλά όχι έτσι. Και όσο αυτό δεν αλλάζει, ο Ιανουάριος του Παναθηναϊκού θα μοιάζει πάντα ίδιος. Σκοτεινός. Επαναλαμβανόμενος. Κι εξαντλητικά γνώριμος.
