Ο Παπουτσής-Μπενίτεθ και τα (πράσινα) ξωτικά

Ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι για τον ποδοσφαιρικό Παναθηναϊκό του 2025.

Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι ρεπορτάζ, ούτε απολογισμός σεζόν. Είναι ένα παραμύθι για όσα ζήσαμε, όσα περιμέναμε και όσα ακόμη δεν ήρθαν. Κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα μάλλον είναι σύμπτωση.

Ήταν μια παγωμένη νύχτα κάτω από τα σβηστά φώτα της ιστορίας

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων του 2025 και η Αθήνα έμοιαζε με πόλη που έχει μάθει να περπατά χωρίς να κοιτάζει ψηλά. Ο χειμώνας δεν ήρθε με χιόνια και λαμπάκια, αλλά με μια σιωπηλή κούραση, σαν εκείνη που αφήνει πίσω της μια χρονιά γεμάτη υποσχέσεις που δεν έγιναν ποτέ γιορτή. Τα φώτα των καταστημάτων έλαμπαν, οι δρόμοι γέμιζαν βιαστικά βήματα, όμως πίσω απ’ αυτά την επιφάνεια υπήρχε μια αναμονή χωρίς ημερομηνία λήξης. Κι ένα φάντασμα με πράσινα που εμφανίστηκε ξανά μια Κυριακή στην Τούμπα… 

Στη Λεωφόρο υπήρχε ένα παλιό εργαστήρι. Δεν είχε βιτρίνες με φώτα ούτε επιγραφές που να αναβοσβήνουν. Μόνο έναν πάγκο χαραγμένο από χρόνια προσπαθειών, μυρωδιά από δέρμα που είχε βραχεί και ξαναστεγνώσει πολλές φορές και κλωστές που έτριζαν όταν τις τραβούσες παραπάνω απ’ όσο άντεχαν. Εκεί δούλευε ο Παπουτσής. Η πόλη τον ήξερε. Τον ήξερε όχι επειδή μιλούσε, αλλά επειδή σιωπούσε. Τον κοίταζε από μακριά, από τα καφενεία, από τα λεωφορεία, από τα μπαλκόνια όταν έβρεχε. Του μιλούσε χαμηλόφωνα, σαν να φοβόταν ότι αν υψώσει τη φωνή, κάτι θα σπάσει. «Φτιάξε μας παπούτσια να περπατήσουμε ξανά», έλεγε. Κι έλεγε κι άλλα: «Γρήγορα», «Σήμερα», «Τώρα», «Μη μας αφήσεις ξυπόλυτους πάλι».

Η πόλη δεν ήταν κακή, κουρασμένη ήταν. Είχε περπατήσει ξυπόλυτη για χρόνια, πάνω σε υποσχέσεις που έλιωναν σαν χαρτί στη βροχή. Κάθε φορά που έβρεχε, τα φώτα της γίνονταν θαμπά, οι δρόμοι γλιστρούσαν κι οι άνθρωποι έπιαναν τα παπούτσια τους από τη σόλα, μήπως και κρατήσουν λίγο ακόμα. Δεν ζητούσαν πολυτέλειες. Ζητούσαν αντοχή. Ένα ζευγάρι που να μη σκίζεται στο πρώτο τρέξιμο, κάτι να τους κρατά όρθιους όταν ο αέρας γύριζε κόντρα. Κι έτσι, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθούν, περνούσαν έξω από το εργαστήρι και άφηναν κάτι πίσω τους, ένα βλέμμα, μια απαίτηση, ένα «μην αργήσεις αυτή τη φορά». Ο Παπουτσής τους άκουγε κι έσκυβε το κεφάλι χωρίς να λέει τίποτα. Ήξερε πως τα θαύματα δεν φτιάχνονται με λόγια, αλλά με ραφές που δεν φαίνονται. Κι όμως, εκείνο το καλοκαίρι, τα ράφια άδειασαν νωρίς.

Ο Παπουτσής-Μπενίτεθ και οι ραφές που δεν προλαβαίνουν

Ο Παπουτσής λεγόταν Μπενίτεθ. Δεν είχε έρθει για να πουλήσει όνειρα, ούτε για να αλλάξει το στυλ της βιτρίνας. Είχε έρθει για να μετρήσει πόδια, να δει ποιο πατρόν ταιριάζει, ποιο σκίζεται στο πρώτο σπριντ, ποιο δείχνει καλό μόνο όταν στέκεται ακίνητο. Τα χέρια του ήταν βαριά, όχι αργά. Είχαν συνηθίσει τη δουλειά, όχι το χειροκρότημα. Σημάδευε κάθε βελονιά με υπομονή, μα η ώρα έτρεχε πιο γρήγορα από την κλωστή. Στον πάγκο υπήρχαν μισά ζευγάρια, σόλες χωρίς δέρμα, ραφές που περίμεναν, πατρόν που είχαν σχεδιαστεί για άλλα πόδια, άλλες εποχές. Το αφεντικό έφερνε ό, τι έβρισκε από υλικά και συχνά με μεγάλη καθυστέρηση. Η πόλη νόμιζε πως όλα είναι έτοιμα, επειδή έβλεπε μόνο την πόρτα κλειστή. Δεν ήξερε πως μέσα ο Παπουτσής ξήλωνε βιασύνες, άλλαζε γωνίες, πέταγε ζευγάρια που έδειχναν καλά αλλά πονούσαν στο περπάτημα.

«Αν βιαστείς, θα ανοίξει», μουρμούριζε. «Κι αν ανοίξει, δεν το μαζεύεις».

Όμως οι μέρες δεν περίμεναν κα τα βράδια έρχονταν βαριά, με υγρασία και απαιτήσεις.

«Θέλουμε ζευγάρια για όλους», έλεγε η Πόλη.

«Και να αντέχουν. Και να είναι έτοιμα πριν αρχίσει το τρέξιμο».

Ο Παπουτσής κοίταζε τα ράφια. Ήξερε πως κάτι έλειπε. Όχι τεχνική. Υλικό. Προετοιμασία. Ενέργεια.

Στο βάθος του εργαστηρίου υπήρχε ένα κομμάτι δέρμα. Όχι οποιοδήποτε. Ήταν το τελευταίο καλό. Με αυτό έβγαινε το πατρόν. Χωρίς αυτό, τα ζευγάρια έμεναν μισά και οι ραφές έβρισκαν κενό. Η πόλη το ήξερε. Δεν μιλούσε γι’ αυτό δυνατά, αλλά το κοιτούσε πάντα με την άκρη του ματιού.

«Μην το χάσεις», έλεγε.

«Χωρίς αυτό δεν περπατάμε».

Μα το δέρμα είχε αρχίσει να τραβιέται αλλού. Όχι από κακία, αλλά από φθορά. Όταν κάτι δουλεύει πολύ, κάποτε λεπταίνει. Κι όταν λεπταίνει, ψάχνει άλλη χρήση, άλλη βιτρίνα, άλλο δρόμο. Ο Παπουτσής το έπιασε στα χέρια του. Το χάιδεψε, το μέτρησε ξανά. Ήξερε πως αν έχανε κι αυτό, το εργαστήρι θα έμενε με σχέδια αλλά χωρίς ύλη. Έκανε μια ραφή ακόμη, σαν να κέρδιζε χρόνο. Η πόλη κράτησε την ανάσα της, μιας και δεν ήταν σίγουρη αν αυτό ήταν αρκετό.

Μεσάνυχτα στον πάγκο και τα Ξωτικά κατεβαίνουν αθόρυβα

Κάποιο βράδυ, όταν η βροχή έσβησε τα φώτα και οι δρόμοι άδειασαν, ακούστηκε ένα τρίξιμο. Όχι από πόρτα. Από κλωστή. Μικρά βήματα, γρήγορα. Ξωτικά κατέβηκαν στον πάγκο. Δεν φορούσαν στολές. Δεν ζητούσαν προσοχή. Έπιαναν τη βελόνα σαν να γεννήθηκαν με αυτή. Έραβαν εκεί που ο χρόνος δεν έφτανε. Έσφιγγαν ραφές, διόρθωναν λάθη που είχαν γίνει από βιασύνη ή ανάγκη. Δεν έκαναν θαύματα· έκαναν δουλειά. Ο Παπουτσής δεν τα είδε. Κοιμόταν σε μια καρέκλα, με το κεφάλι βαρύ από σκέψεις. Το πρωί, πάνω στον πάγκο, υπήρχε ένα ζευγάρι έτοιμο. Καλοραμμένο. Όχι τέλειο, αλλά σωστό. Η Πόλη χαμογέλασε διστακτικά.

«Να, γίνεται», είπε. «Κάτι άλλαξε».

Ο Παπουτσής δεν μίλησε. Έβαλε το ζευγάρι στη βιτρίνα και γύρισε στον πάγκο. Ήξερε πως κάτι δούλεψε τη νύχτα, αλλά ήξερε και κάτι ακόμα. Ότι δεν κρατά για πάντα.

Οι πελάτες ήρθαν γρήγορα. Όχι με χρήματα, αλλά με βλέμματα που ζητούσαν συνέχεια. «Θέλουμε κι άλλο», είπαν. «Και να κρατήσει».

Τα υλικά που αργούν σαν κάρο στη λάσπη

Κι ύστερα, τα υλικά άργησαν. «Τα καρότσια κόλλησαν στη λάσπη» έλεγε το αφεντικό. Οι κλωστές που είχαν παραγγελθεί δεν έφτασαν ποτέ. Άλλες έφτασαν βρεγμένες, άχρηστες. Οι ραφές άρχισαν να ανοίγουν στα πλάγια, εκεί που κανείς δεν κοιτούσε. Ο Παπουτσής έσφιξε τα χείλη. Το αφεντικό δεν ήθελε ν’ ασχοληθεί σοβαρά.

«Δεν φταίνε τα ξωτικά», σκέφτηκε. «Φταίει που δουλεύουμε με ό,τι περισσεύει».

Η πόλη δεν ήθελε να ακούσει. «Μας έμαθες στο έτοιμο», είπε. «Βρες τρόπο». Μα η βελόνα δεν κάνει θαύματα χωρίς κλωστή. Τα παπούτσια κρατούσαν λίγο και μετά έτριζαν. Η βροχή γύρισε μαζί μ’ εκείνο το πράσινο φάντασμα της Τούμπας.

Η πόλη άρχισε να περπατά πιο σταθερά. Οι δρόμοι φωτίστηκαν λίγο. Κάποιοι έτρεξαν. Κάποιοι θυμήθηκαν πώς είναι να σηκώνεις το κεφάλι χωρίς να κοιτάς τη σόλα. Τα ξωτικά δούλεψαν ξανά. Κάθε νύχτα λίγο περισσότερο. Τα ζευγάρια όμως δεν πλήθαιναν. Ο Παπουτσής ξυπνούσε και τα έβρισκε έτοιμα, σαν δώρα που δεν ζήτησε αλλά χρειαζόταν. Δεν ρώτησε. Δεν κοίταξε πολύ. Έβαζε τη σφραγίδα του και συνέχιζε. Η πόλη αγόραζε ελπίδα. Πλήρωνε ακριβά. Όχι σε νομίσματα, αλλά σε προσδοκίες. Κάθε βήμα ήταν κι ένα νέο αίτημα. Οι δρόμοι στένευαν από την πίεση.

Ένα από τα ξωτικά ήταν μικρό, γρήγορο, με καθαρό μάτι. Δεν έφτιαχνε ζευγάρια μόνος του. Έσωζε στιγμές. Όταν μια σόλα γλιστρούσε, έβαζε μια βελονιά ακόμα. Όταν μια ραφή άνοιγε, την έσφιγγε πριν το καταλάβει κανείς. Η πόλη το ένιωθε.

«Κάτι κρατάει», έλεγε, «όχι πολύ, αλλά κρατάει». Κι ο Παπουτσής χαμογέλασε.

«Αυτό είναι», είπε. «Οι μικρές ραφές».

Κάποιο βράδυ, η πόλη άναψε τα φώτα νωρίτερα. Κοίταξε μέσα από το τζάμι. Είδε σκιές να κινούνται. «Ξωτικά», ψιθύρισε, «να ποιοι μας κρατούν όρθιους». Η μαγεία δεν αντέχει το φως. Τα ξωτικά πάγωσαν. Ο Παπουτσής κατάλαβε το λάθος. Όταν ψάχνεις το θαύμα, το χάνεις. Την επόμενη μέρα, ο πάγκος ήταν άδειος.

Ο Παπουτσής έδεσε την ποδιά του, έπιασε τη βελόνα και δούλεψε αργά. Χωρίς μαγεία. Με ευθύνη. Η πόλη περίμενε. Δεν έφυγε. Έμαθε να περπατά πιο προσεκτικά. Τα παπούτσια δεν ήταν τέλεια. Κρατούσαν.

Η μαγεία έφυγε, ίσως γιατί έτσι πρέπει.

Κάπου, βαθιά στο εργαστήρι, έμεινε μια μικρή σπίθα.

Όχι για θαύματα.

Για δουλειά.

Για μνήμη.

Για να ξαναρχίσουν.

Κι αν κάποιος αναρωτηθεί ποιος ήταν ποιος σε αυτό το παραμύθι, ας μην κρύβομαι, ο Παπουτσής ήταν ο Μπενίτεθ, μόνος σε έναν πάγκο που ποτέ δεν του δόθηκαν όλα τα υλικά, το δέρμα που έλειψε ήταν παίκτες όπως ο Ιωαννίδης, κι όταν τραβήχτηκε αλλού, τα πατρόν έμειναν κενά, τα Ξωτικά ήταν οι μικρές, αόρατες λύσεις, με τον Τεττέη να αναμένεται σαν μεσσίας, να κάνει αυτά που οι άλλοι δεν προλάβαιναν. Και η Πόλη είναι όλοι εμείς, που πρώτα ζητήσαμε θαύματα, μετά τα συνηθίσαμε και στο τέλος θυμώσαμε που χάθηκαν. Το ερώτημα, όμως, που μένει είναι αν μπορεί ένα εργαστήρι να σταθεί χωρίς μαγεία όταν δεν του δίνουν υλικά. Μπορεί μια πόλη να απαιτεί έτοιμα ζευγάρια χωρίς να αντέχει τον χρόνο της ραφής; Και τελικά, θέλουμε πράγματι να ξαναγυρίσουν τα ξωτικά ή μήπως φοβόμαστε να μάθουμε να περπατάμε μόνοι μας;

Ο Παπουτσής-Μπενίτεθ και τα (πράσινα) ξωτικά

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση προς τα επάνω